Η ελληνική ιστορία είναι η ιστορία των ελληνικών φύλων και του ελληνικού πολιτισμού, αλλά και των προδρομικών πολιτισμών, από την εμφάνισή τους έως σήμερα. Παρ' όλο, όμως, το ότι ανεξάρτητο κράτος με το όνομα Ελλάδα αναγνωρίσθηκε μόλις το 1828, η ελληνική ιστορία εκτείνεται πέρα από τα γεωγραφικά όρια του σημερινού κράτους και σε μακριά περίοδο αιώνων προς το παρελθόν. Σε γενικές γραμμές η ελληνική ιστορία χωρίζεται στις εξής περιόδους, συνήθως χωρίς σαφή όρια ανάμεσά τους
- Μεσολιθική Ελλάδα (13.000 π.Χ. - 7.000 π.Χ.)
- Νεολιθική Ελλάδα (7.000 π.Χ. - 3.200 π.Χ.)
- Κυκλαδικός πολιτισμός (πριν το 3050 π.Χ.-1100 π.Χ.)
- Μινωικός πολιτισμός (πριν το 3000 π.Χ.-1420 π.Χ.)
- Αιγαιακός πολιτισμός (πριν το 1600 π.Χ.)
- Μυκηναϊκός πολιτισμός (περίπου 1600-1100 π.Χ.)
- Γεωμετρική Εποχή (1100-800 π.Χ.)
- Αρχαϊκή εποχή (περίπου 800 π.Χ.-περίπου 479 π.Χ.)
- Κλασική εποχή (περίπου 479 π.Χ.-323 π.Χ.)
- Ελληνιστική περίοδος (323-146 π.Χ.)
- Ρωμαϊκή περίοδος (146 π.Χ.-330 μ.Χ.)
- Βυζαντινή περίοδος (330-1453)
- Οθωμανική περίοδος (1453-1821)
- Νεότερη ή σύγχρονη Ελλάδα (1821-)
Γενική θεώρηση
Πρώτες γραπτές μαρτυρίες για τους Έλληνες θεωρούνται τα Ομηρικά έπη, που ανάγονται συνήθως στον 8ο π.Χ. αιώνα, περιέχουν όμως και στοιχεία από την, αρκετά παλαιότερη, μυκηναϊκή εποχή, εποχή που αν και άφησε γραπτά κείμενα σε αρχέγονη ελληνική, δεν έχει δώσει μέχρι σήμερα κάποιο γραπτό κείμενο με ιστορικό περιεχόμενο. Παρόλα αυτά, είναι ευρύτατα αποδεκτό, από το σύνολο των σύγχρονων μελετητών, ότι η ελληνική ιστορία ξεκινά κάπου στην Ύστερη εποχή του Χαλκού με την εμφάνιση και ανάπτυξη του πρώτου λαμπρού ελληνικού πολιτισμού, του μυκηναϊκού (περίπου 1600 π.Χ. - 1100 π.Χ.).
Με την έρευνα και τη μελέτη των δύο άλλων μεγάλων πολιτισμών της εποχής του χαλκού στην Ελλάδα, του κυκλαδικού και του μινωικού, αποκρυπτογραφήθηκε σταδιακά ότι ο μυκηναϊκός πολιτισμός είναι εν πολλοίς συνέχεια των δύο άλλων πολιτισμών, διακριτός μεν από αυτούς σε θεμελιώδη πολιτισμικά και πολιτιστικά χαρακτηριστικά (γλώσσα, αρχιτεκτονική, θρησ
Η ελληνική ιστορία είναι η ιστορία των ελληνικών φύλων και του ελληνικού πολιτισμού, αλλά και των προδρομικών πολιτισμών, από την εμφάνισή τους έως σήμερα. Παρ' όλο, όμως, το ότι ανεξάρτητο κράτος με το όνομα Ελλάδα αναγνωρίσθηκε μόλις το 1828, η ελληνική ιστορία εκτείνεται πέρα από τα γεωγραφικά όρια του σημερινού κράτους και σε μακριά περίοδο αιώνων προς το παρελθόν. Σε γενικές γραμμές η ελληνική ιστορία χωρίζεται στις εξής περιόδους, συνήθως χωρίς σαφή όρια ανάμεσά τους
- Μεσολιθική Ελλάδα (13.000 π.Χ. - 7.000 π.Χ.)
- Νεολιθική Ελλάδα (7.000 π.Χ. - 3.200 π.Χ.)
- Κυκλαδικός πολιτισμός (πριν το 3050 π.Χ.-1100 π.Χ.)
- Μινωικός πολιτισμός (πριν το 3000 π.Χ.-1420 π.Χ.)
- Αιγαιακός πολιτισμός (πριν το 1600 π.Χ.)
- Μυκηναϊκός πολιτισμός (περίπου 1600-1100 π.Χ.)
- Γεωμετρική Εποχή (1100-800 π.Χ.)
- Αρχαϊκή εποχή (περίπου 800 π.Χ.-περίπου 479 π.Χ.)
- Κλασική εποχή (περίπου 479 π.Χ.-323 π.Χ.)
- Ελληνιστική περίοδος (323-146 π.Χ.)
- Ρωμαϊκή περίοδος (146 π.Χ.-330 μ.Χ.)
- Βυζαντινή περίοδος (330-1453)
- Οθωμανική περίοδος (1453-1821)
- Νεότερη ή σύγχρονη Ελλάδα (1821-)
Γενική θεώρηση
Πρώτες γραπτές μαρτυρίες για τους Έλληνες θεωρούνται τα Ομηρικά έπη, που ανάγονται συνήθως στον 8ο π.Χ. αιώνα, περιέχουν όμως και στοιχεία από την, αρκετά παλαιότερη, μυκηναϊκή εποχή, εποχή που αν και άφησε γραπτά κείμενα σε αρχέγονη ελληνική, δεν έχει δώσει μέχρι σήμερα κάποιο γραπτό κείμενο με ιστορικό περιεχόμενο. Παρόλα αυτά, είναι ευρύτατα αποδεκτό, από το σύνολο των σύγχρονων μελετητών, ότι η ελληνική ιστορία ξεκινά κάπου στην Ύστερη εποχή του Χαλκού με την εμφάνιση και ανάπτυξη του πρώτου λαμπρού ελληνικού πολιτισμού, του μυκηναϊκού (περίπου 1600 π.Χ. - 1100 π.Χ.).
Με την έρευνα και τη μελέτη των δύο άλλων μεγάλων πολιτισμών της εποχής του χαλκού στην Ελλάδα, του κυκλαδικού και του μινωικού, αποκρυπτογραφήθηκε σταδιακά ότι ο μυκηναϊκός πολιτισμός είναι εν πολλοίς συνέχεια των δύο άλλων πολιτισμών, διακριτός μεν από αυτούς σε θεμελιώδη πολιτισμικά και πολιτιστικά χαρακτηριστικά (γλώσσα, αρχιτεκτονική, θρησκεία κλπ.), προέκτασή τους δε εφόσον δεν τους καταργεί αλλά βασιζόμενος σε αυτούς τους επεκτείνει και τους δίνει νέα δυναμική με την εξάπλωσή του από τον χώρο του Αιγαίου σε ολόκληρη τη Μεσόγειο. Κάτω από αυτό το πρίσμα, δεν είναι ασυνήθιστο να περιλαμβάνονται στην ελληνική ιστορία από πολλούς μελετητές και ο κυκλαδικός και ο μινωικός πολιτισμός όχι σαν καθαυτό ελληνικοί, αλλά ως προδρομικοί και απαραίτητοι για την κατανόηση, του πρώτου ελληνικού πολιτισμού, του μυκηναϊκού.
Με τις νεότερες έρευνες και μελέτες των ευρημάτων της νεολιθικής εποχής τεκμηριώνεται ότι η ανάπτυξη του κυκλαδικού και του μινωικού πολιτισμού δεν αποτελούν τομές ή ξαφνικές αναλαμπές, αλλά συνέχεια και αποκορύφωση μιας πολιτιστικής εξέλιξης που ξεκινά ήδη από την εποχή του Λίθου και που, παρά τις όποιες (βέβαιες) εξωτερικές επιδράσεις, είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένη με τον γεωγραφικό ελληνικό χώρο, αφού είναι αδύνατο να βρεθεί απαράλλακτη, και με την ίδια στρωματική διαδοχή, σε γειτονικές με αυτόν περιοχές.
Προϊστορική περίοδος
Με βάση όσα αναφέρθηκαν προηγούμενα, η παρουσίαση της ελληνικής ιστορίας συνηθίζεται να ξεκινά με μια συνοπτική αναφορά στην εξέλιξη του πολιτισμού από την εποχή του λίθου, όπως προκύπτει μέσα από τα ευρήματα του ελληνικού γεωγραφικού χώρου, χωρίς να υπονοείται ότι είναι τμήμα της καθαυτό ελληνικής ιστορίας, θέση που αν και εκφράζεται από κάποιους σύγχρονους Έλληνες κυρίως ειδικούς, έχει επικριθεί σαν μεροληπτική από άλλους, Έλληνες και ξένους.
Εποχή του λίθου
Οι αρχαιότερες αρχαιολογικές μαρτυρίες ανάγουν την πρώτη κατοίκηση στον ελληνικό γεωγραφικό χώρο στην παλαιολιθική περίοδο, που συμβατικά ξεκινά περίπου το 40000 π.Χ. και συνεχίζεται μέχρι το 10000 π.Χ., οπότε ξεκινά η επιπαλαιολιθική ή μεσολιθική περίοδος για τον ελληνικό χώρο. Τα ευρήματα για όλη αυτή την περίοδο είναι λίγα, με αποτέλεσμα να μην είναι σχεδόν τίποτα γνωστό για τον παλαιολιθικό πληθυσμό, τεκμηριώνουν πάντως τη συνεχή κατοίκηση του ελληνικού χώρου. Από την 11η χιλιετηρίδα π.Χ. μαρτυρείται η στροφή του πληθυσμού προς το Αιγαίο για ψάρεμα και εκμετάλλευση του οψιανού της Μήλου, επιβεβαιώνοντας τους στενούς δεσμούς του με τη θάλασσα ήδη από αυτήν την τόσο πρώιμη εποχή.
Κατά τη νεολιθική περίοδο αναπτύσσεται στην Ελλάδα σημαντικός πολιτισμός, που παρά τις όποιες τοπικές διαφορές είναι ενιαίος για ολόκληρο τον ελληνικό χώρο και παρά τις όποιες εξωτερικές επιδράσεις έχει τοπικά χαρακτηριστικά, που τον διαχωρίζουν από σύγχρονους γειτονικούς του πολιτισμούς. Την πρωτοβουλία στην εξέλιξη του πολιτισμού έχει αυτή την περίοδο η Βόρεια Ελλάδα και η Θεσσαλία, που φαίνεται γενικά να οδηγεί τις εξελίξεις. Πολύ σημαντικό είναι ότι καθιερώνεται σε αυτήν την περίοδο ένας τρόπος ζωής βασισμένος στην καλλιέργεια της γης και την κτηνοτροφία, που πρόκειται να διαρκέσει με ελάχιστη μεταβολή σε όλη τη διάρκεια της κατοπινής εποχής του χαλκού και ακόμα αργότερα, και σύμφωνα με πολλούς μελετητές μπαίνουν σταδιακά οι βάσεις πάνω στις οποίες θα αναπτυχθούν οι κατοπινοί μεγάλοι πολιτισμοί του ελληνικού χώρου. Προς το τέλος της περιόδου εμφανίζεται ο χαλκός και η μεταλλουργία σε πρωτογενές επίπεδο, με αποτέλεσμα ο ακριβής διαχωρισμός της από την επόμενη εποχή του χαλκού να είναι εξαιρετικά δυσδιάκριτος και συζητήσιμος.
Η διάδοση στον ελληνικό χώρο της λεγόμενης νεολιθικής επανάστασης, που ξεκίνησε από τη Μεσοποταμία, με κύρια χαρακτηριστικά την καλλιέργεια της γης και τη μόνιμη εγκατάσταση σε οικισμούς, εικάζεται ότι προήλθε από μετακινήσεις νεολιθικών πληθυσμών από τη Μικρά Ασία, που θα πρέπει να άρχισαν πολύ νωρίς, ήδη από το ξεκίνημα της νεολιθικής εποχής, και να συνεχίστηκαν σε όλη τη διάρκειά της (6500 π.Χ. – 2600 π.Χ.). Επίσης, εικάζεται ότι παράλληλα με τις από ανατολικά μετακινήσεις είναι πιθανό να κινήθηκαν προς τον ελληνικό χώρο, ιδιαίτερα προς το τέλος της νεολιθικής εποχής, κάτοικοι και από βόρειες κατευθύνσεις.
Η τεκμηριωμένη συνεχής εποχιακή κατοίκηση ορισμένων αρχαιολογικών θέσεων (σπήλαιο Φράγχθι) από την παλαιολιθική μέχρι και τη νεολιθική εποχή, επιτρέπουν την εικασία ότι τουλάχιστον ένα μέρος από τον παλαιολιθικό πληθυσμό του ελληνικού χώρου επιβίωσε μέχρι και τη νεολιθική περίοδο. Ανεξάρτητα από τις όποιες μαζικές ή όχι μετακινήσεις πληθυσμών, που έχουν αμφισβητηθεί σαν εντελώς απίθανες για τόσο πρώιμη εποχή, φαίνεται ότι υπάρχει στον ελληνικό χώρο μια σταθερή μάζα πληθυσμού, ένα πληθυσμιακό υπόστρωμα, και κατά τον Δ.Ρ. Θεοχάρη:
- Από ό,τι δείχνουν τα πράγματα, ο βασικός αυτός πληθυσμός δε φαίνεται να άλλαξε στην Ελλάδα ουσιαστικά από την Τελική Παλαιολιθική και πέρα· από τότε δηλαδή που είναι οπωσδήποτε δυνατή σήμερα η αρχαιολογική τεκμηρίωση κάποιας συνέχειας στην πολιτισμική πορεία. (1976)
Εποχή του χαλκού
Με την επικράτηση του χαλκού σαν βασικό υλικό κατασκευής εργαλείων και όπλων αρχίζει η λεγόμενη εποχή του χαλκού (περίπου 2600 π.Χ. – 1100 π.Χ.). Κάποιοι παλαιότεροι οικισμοί εγκαταλείπονται τώρα και πολλοί νέοι ιδρύονται, ήδη από το ξεκίνημα της περιόδου σε όλο τον ελληνικό γεωγραφικό χώρο. Από τις 929 θέσεις (στοιχεία 1990) της πρώιμης εποχής του χαλκού που έχουν εντοπιστεί, 9 βρίσκονται στην Ήπειρο, 85 στη Μακεδονία, 18 στη Θράκη, 57 στη Θεσσαλία, 206 στη Στερεά Ελλάδα και Εύβοια, 172 στην Πελοπόννησο, 17 στα νησιά του Ιονίου, 229 στα νησιά του Αιγαίου και 136 στην Κρήτη.
Η πληθυσμιακή αυτή έξαρση θεωρείται ότι δεν είναι δυνατό να εξηγηθεί μόνο με τη βελτίωση των συνθηκών ζωής, λόγω της παγίωσης της γεωργοκτηνοτροφικής οικονομίας στη νεολιθική περίοδο και εικάζεται ότι οφείλεται και σε μεταναστεύσεις πληθυσμών. Η κατανομή του μεγάλου μέρους των θέσεων που κατοικούνται την πρώιμη εποχή του χαλκού (περίπου 2600 π.Χ. – 2000 π.Χ.), στον νότιο και ανατολικό ελληνικό χώρο υπονοεί ίσως μεταναστεύσεις πληθυσμών από ανατολικά προς την Ελλάδα. Αυτές οι μετακινήσεις δεν είναι κατακτητικές εκστρατείες αφού δεν συνοδεύονται από καταστροφές παλιότερων οικισμών ή τουλάχιστον δεν έχουν μέχρι τώρα βρεθεί αρχαιολογικές μαρτυρίες που να στηρίζουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Φαίνεται ότι παλιός και νέος πληθυσμός συνεργάζονται και τελικά συγχωνεύονται.
Από την αρχή της περιόδου η βόρεια Ελλάδα και ειδικότερα η Θεσσαλία φαίνεται να χάνουν το προβάδισμα στην εξέλιξη του πολιτισμού. Από αυτή την περίοδο και μετά η νότια Ελλάδα, τα νησιά του Αιγαίου και η Κρήτη έχουν το προβάδισμα και αυτό θα συνεχιστεί σε όλο σχεδόν το επόμενο διάστημα της αρχαίας ελληνικής ιστορίας, μέχρι τα ένδοξα χρόνια της ανόδου των μακεδόνων βασιλιάδων. Η παρατηρούμενη αυτή μετατόπιση του κέντρου βάρους των εξελίξεων εικάζεται ότι οφείλεται σε έναν απλό λόγο: Η εξοικείωση του νότιου πληθυσμού με τη θάλασσα και τη ναυτιλία, ήδη από την 11η χιλιετηρίδα όπως αναφέρθηκε παραπάνω, τον βοηθά να πάρει στα χέρια του την εμπορία του χαλκού, που είναι μεν απαραίτητος για την ανάπτυξη στη νέα αυτή περίοδο αλλά δεν υπάρχει στην Ελλάδα και πρέπει να εισαχθεί από αλλού. Αυτή ακριβώς η αναζήτηση πρώτων υλών και το εμπόριο βοήθησε, κυρίως τους νησιώτες να ξεφύγουν από τα στενά όρια του Αιγαίου και να έλθουν σε επαφή με άλλους λαούς και πολιτισμούς και έδωσε το έναυσμα για την ανάπτυξη του πρώτου μεγάλου πολιτισμού του ελληνικού χώρου του αιγαιακού.
Η μελέτη των ανθρωπολογικών δεδομένων της νεολιθικής περιόδου, δείχνουν ότι στο ξεκίνημα της πρώιμης εποχής του χαλκού (2600 π.Χ.), ο πληθυσμός της ηπειρωτικής Ελλάδας, των Κυκλάδων και της Κρήτης αποτελείται από άτομα με ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά της μεσογειακής φυλής, που προερχόταν κατά πάσα πιθανότητα από ανατολικότερες περιοχές, αλλά είχαν αναμιχθεί σε αυτόν και βόρειας προέλευσης ανθρωπολογικά στοιχεία.
Αιγαιακοί πολιτισμοί
Την πρώιμη εποχή του χαλκού αναπτύσσεται στον νότιο ελληνικό χώρο και τα νησιά του Αιγαίου ο λεγόμενος αιγαιακός πολιτισμός. Δεν είναι γνωστό το όνομα (ή τα ονόματα), η γλώσσα ή άλλα εθνολογικά χαρακτηριστικά των φορέων αυτού του πολιτισμού και μόνο εικασίες μπορούν να διατυπωθούν, πάντως είναι αναμφισβήτητη η συμβολή τους στη διαμόρφωση του ιστορικού πληθυσμού και πολιτισμού της Ελλάδας.
Ο πολιτισμός αυτός, που είναι κατά βάση ναυτικός, έχει χαλαρό ενιαίο χαρακτήρα αλλά και ισχυρά τοπικά χαρακτηριστικά και διακρίνεται κατά περιοχή, σε επιμέρους πολιτισμούς.
Βόρειο Αιγαίο
Η κατοίκηση στα νησιά του βορείου Αιγαίου πελάγους, επιβεβαιώνεται ήδη από τη νεολιθική εποχή. Λίγο μετά το 3000 π.Χ. και κατά την πρώιμη εποχή του χαλκού, φαίνεται μεγάλη πολιτιστική ανάπτυξη στα νησιά αυτά με γνωστούς οικισμούς στην Πολιόχνη (Λήμνος), Θερμή (Λέσβος), Εμποριό (Χίος) και ίσως ανήκουν στο ίδιο πολιτιστικό σύνολο με τη γειτονική Τροία (ΒΑ παράλια Μικράς Ασίας).
Ειδικά η Πολιόχνη από το 2500 π.Χ. παίζει ένα πολύ σημαντικό ρόλο στην περιοχή και λόγω της γεωγραφικής θέσης της αναδεικνύεται σε μεγάλο μεταλλουργικό κέντρο, συνδετικό κρίκο ανάμεσα στα μεταλλεία της Μαύρης θάλασσας και το Αιγαίο. Γνωρίζει ουσιαστικά αστική ανάπτυξη, με δύο πλατείες, λιθόστρωτους δρόμους, μεγάλο οχυρωματικό τείχος, πιθανότατα βουλευτήριο, που προϋποθέτει κάποιας μορφής διοικητική οργάνωση, αποτελώντας ίσως την πρώτη πόλη στην Ευρώπη.
Οι οικισμοί του βορειανατολικού Αιγαίου και ο πολιτισμός τους καταστρέφονται σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των ανασκαφέων τους γύρω στα 2300-2200 π.Χ., από άγνωστη αιτία.
Κυκλαδικός πολιτισμός
Η αρχαιότερη κατοίκηση των Κυκλάδων ανάγεται σύμφωνα με τα αρχαιολογικά ευρήματα στη νεότερη περίοδο της νεολιθικής εποχής (περίπου 4000 π.Χ.). Από την εποχή αυτή και μετά υπάρχει συνεχής κατοίκηση και πολιτιστική πρόοδος.

Η ενασχόληση με τη ναυτιλία και το εμπόριο του ορυκτού πλούτου των νησιών (οψιανός στη Μήλο, σμύριδα στη Νάξο, χαλκός, μόλυβδος και άργυρος στη Σίφνο, ελαφρόπετρα στη Σαντορίνη και μάρμαρο σε όλα τα νησιά) βοήθησαν να αναπτυχθεί ιδιαίτερος πολιτισμός με τοπικά χαρακτηριστικά, που έφτασε στην ακμή του κατά την πρώιμη εποχή του χαλκού (περίπου 2600 – 2300 π.Χ.). Οι πιθανολογούμενες μεταναστεύσεις πληθυσμών αυτήν την περίοδο δεν επηρέασαν την πολιτιστική συνέχεια, αφού δεν είναι καν άμεσα ανιχνεύσιμες αρχαιολογικά. Με τη σταδιακή εισαγωγή της μεταλλουργίας, βελτιώθηκαν τα εργαλεία και συνακόλουθα τα μέσα ναυσιπλοΐας και οι επαφές σε όλα τα μήκη και πλάτη του Αιγαίου όπως μαρτυρούν και τα αρχαιολογικά ευρήματα.
Το χαρακτηριστικό γνώρισμα του κυκλαδικού πολιτισμού, που δεν είναι ιδιαίτερα γνωστός, μια και λιγοστές θέσεις έχουν ανασκαφεί και μελετηθεί, είναι ασφαλώς τα μαρμάρινα (κυκλαδικά) ειδώλια. Τα περισσότερα από αυτά προέρχονται από τάφους της περιόδου, που έχουν βρεθεί πολλοί στα νησιά και είναι σε μεγάλη πλειοψηφία προϊόντα λαθρανασκαφών, αποδίδοντας αποσπασματικές πληροφορίες για αυτή την περίοδο. Στην αρχή είναι χοντροκομμένα και άκομψα, σταδιακά όμως αποκτούν τις γνώριμες, εντυπωσιακές για τις απλές γραμμές τους φόρμες.
Οι οικισμοί είναι γενικά παραθαλάσσιοι και μόνο προς το τελείωμα της περιόδου παρατηρούνται πολλοί νέοι οικισμοί, προσωρινού χαρακτήρα, οχυρωμένοι σε απότομες πλαγιές, μακριά συνήθως από τη θάλασσα. Δεν υπάρχει ομοφωνία των ειδικών ως προς το τι προκάλεσε αυτή τη διαφοροποίηση, διαφαίνεται πάντως η διενέργεια πολεμικών επιχειρήσεων, κάμψη της καλλιτεχνικής δημιουργίας και τελική συρρίκνωση του πολιτισμού αυτού.
Μινωικός πολιτισμός
Τον πολιτισμό που αναπτύχθηκε στην προϊστορική Κρήτη ονομάζουμε μινωικό από τον μυθικό βασιλιά Μίνωα. Η αρχαιότερη τεκμηριωμένη κατοίκηση του νησιού ανάγεται στην αρχαιότερη νεολιθική περίοδο (περίπου 6000 π.Χ.) και περιορίζεται στην περιοχή της Κνωσσού με βάση τα ευρήματα των ανασκαφών.
Με το ξεκίνημα της πρώιμης εποχής του χαλκού (περίπου 3100/3000 π.Χ.) εγκαταλείπεται η κατοίκηση σε σπηλιές και στους δύο γνωστούς μεγάλους υπαίθριους οικισμούς της νεολιθικής την Κνωσσό και τη Φαιστό, προστίθενται μια σειρά από νέους υπαίθριους οικισμούς. Η χρήση του χαλκού δεν φαίνεται να είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη αντίθετα με την προχωρημένη εγχώρια κεραμική, από την οποία επιβεβαιώνονται επαφές με τον κυκλαδικό πολιτισμό και ίσως και με περιοχές της δυτικής Μικράς Ασίας και της Ανατολής γενικότερα. Δεν πιστοποιούνται πάντως ισχυροί εξωτερικοί δεσμοί την πρώιμη εποχή του χαλκού.
Σταδιακά και από το 2600 π.Χ. και μετά γίνεται μεγαλύτερη χρήση του χαλκού, εμφανίζεται η παραγωγή χαρακτηριστικών λίθινων αγγείων, που θα συνεχιστεί για μεγάλο διάστημα, και αναπτύσσεται μια ιδιαίτερη αρχιτεκτονική πιο προχωρημένη από τις σύγχρονες θέσεις στην υπόλοιπη Ελλάδα. Κάποιοι επιβεβαιωμένοι εμπρησμοί οικισμών, που αποκλείεται να οφείλονται σε εξωτερικές επεμβάσεις, εικάζεται ότι υπονοούν αγώνα για συγκέντρωση πολιτικής ισχύος, αλλά δεν υπάρχουν ακόμα ισχυρές αποδείξεις για ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Εκτεταμένες επαφές και ανταλλαγές προϊόντων μαρτυρούνται αυτή την περίοδο με τις Κυκλάδες και την ηπειρωτική Ελλάδα. Ο κυκλαδικός πολιτισμός ειδικότερα φαίνεται να ασκεί πολύ μεγάλη επιρροή στον μινωικό αυτήν την περίοδο. Κάποιες επαφές φαίνεται να υπάρχουν με την Ανατολή και ίσως και την Αίγυπτο.Οι καινοτομίες στην οικονομική και κοινωνική οργάνωση της ύστερης προανακτορικής περιόδου διακρίνονται καλύτερα στο αρχιτεκτονικό περιβάλλον των πρώτων ανακτόρων. Τα ανάκτορα συσσώρευαν το γεωργικό πλεόνασμα των γαιών τους σε κατασκευές μεγάλων αποθηκών τροφίμων, ώστε να καταστεί δυνατό να χρησιμοποιούνται σε εποχές πίεσης και πιθανώς σε τελεουργικούς εορτασμούς. Για την καταγραφή των αποθεμάτων και άλλων στοιχείων χρησιμοποιούνταν δύο είδη γραφών —η αποκαλούμενη κρητική ιερογλυφική (κυρίως στην Κνωσό και τα Μάλια) και οι γραμμικές γραφές. Πινακίδες Γραμμικής Α και Γραμμικής Β βρέθηκαν στη Φαιστό κυρίως. Στη Φαιστό επίσης χρησιμοποιήθηκαν πήλινες σφραγίδες για τον άμεσο έλεγχο των αποθηκευτικών χώρων και των ίδιων των δοχείων. Η βιοτεχνική παραγωγή αναπτύχθηκε στα ανάκτορα και είναι πολύ πιθανό το γεγονός ότι τα ανάκτορα μονοπώλησαν πρώτες ύλες όπως ο χαλκός από την Αττική και άλλες πηγές, ο κασσίτερος και το ελεφαντοστούν μέσω της Συρίας.
Ευρήματα πολύχρωμης κεραμεικής στις Καμάρες χαρακτηριστικά της πρωτοανακτορικής περιόδου είναι διαδεδομένα σε διάφορους τόπους της ανατολικής Μεσογείου και στην Αίγυπτο, υποδεικνύοντας δρόμους εμπορίου και σχέσεις ανταλλαγής με τις σημαντικότερες μεσογειακές δυνάμεις. Οι επαφές με την ελληνική ηπειρωτική χώρα και νησιά του Αιγαίου (ειδικά τις Κυκλάδες) είναι πυκνές κατά τη διάρκεια της πρωτοανακτορικής περιόδου και εντείνονται ακόμη περισσότερο στη νεοανακτορική περίοδο. Οι εικονογραφικές μαρτυρίες και τα τέχνεργα προτείνουν ότι τα ανάκτορα χρησιμοποιούντο επίσης ως τελετουργικά κέντρα ενώ στις λατρευτικές θέσεις περιλαμβάνονται σπήλαια (π.χ. Ιδαίον Άντρον και Δικταίον Άντρον), πηγές (π.χ. Κάτω Σύμη), και ιερά σε κορυφές —ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του μινωικού πολιτισμού— ήταν ευρέως διαδεδομένα στην ύπαιθρο.
Τα ανάκτορα έγιναν εστιακά σημεία εγκατάστασης και η αύξηση των εγκαταστάσεων στην Κνωσό μέχρι τη νεοανακτορική περίοδο εκτιμάται σε 75 εκτάρια (185 στρέμματα), γεγονός που υποδεικνύει πληθυσμό ίσως και 12.000 ατόμων. (Συγκριτικά, οι Μυκήνες της (ΥΕ) Υστεροελλαδικής περιόδου ήταν 30 εκτάρια (74 στρέμματα), συμπεριλαμβανομένης της περιτοιχισμένης ακρόπολης). Τα εδάφη που ελέγχονταν από την Κνωσό, τη Φαιστό και τα Μάλια πιθανώς κάλυπταν έκταση πάνω από 1.000 τετρ. χλμ.
Η μετάβαση από τα παλαιά ή πρώτα ανάκτορα (της πρωτοανακτορικής) στα νέα ή δεύτερα ανάκτορα (της νεοανακτορικής περιόδου) καθορίζεται από την αναδημιουργία των οικοδομημάτων, μετά από τις καταστροφές —πιθανώς εξαιτίας σεισμού— και στις τρεις σημαντικές θέσεις της Μεσομινωικής (MM II και IIIA). Τα νέα ανάκτορα γίνονται περισσότερο κατανοητά σε ό,τι αφορά στον τρόπο λειτουργίας τους, καθώς παρουσιάζουν μείζονες αρχιτεκτονικές ομοιότητες. Διατηρούν πολλούς από τους ρόλους των προκατόχων τους, όπως είναι η αποθήκευση, η τελετουργία, η παραγωγή και η συγκέντρωση πρώτων υλών μέσω των επαφών με την ελληνική ηπειρωτική χώρα και τα αιγαιακά νησιά, την ανατολική Μεσόγειο και την Αίγυπτο. Με εντυπωσιακό τρόπο αναδεικνύονται αυτές οι επαφές στις μινωικού ύφους τοιχογραφίες του Τελ Κάμπρι (Tel Kabri) στο Ισραήλ και του Τελ ελ Νταμπ’α (Tell el-Dab'a) (αρχαία Άβαρις) στο Δέλτα του Νείλου.
κεία κλπ.), προέκτασή τους δε εφόσον δεν τους καταργεί αλλά βασιζόμενος σε αυτούς τους επεκτείνει και τους δίνει νέα δυναμική με την εξάπλωσή του από τον χώρο του Αιγαίου σε ολόκληρη τη Μεσόγειο. Κάτω από αυτό το πρίσμα, δεν είναι ασυνήθιστο να περιλαμβάνονται στην ελληνική ιστορία από πολλούς μελετητές και ο κυκλαδικός και ο μινωικός πολιτισμός όχι σαν καθαυτό ελληνικοί, αλλά ως προδρομικοί και απαραίτητοι για την κατανόηση, του πρώτου ελληνικού πολιτισμού, του μυκηναϊκού.
Με τις νεότερες έρευνες και μελέτες των ευρημάτων της νεολιθικής εποχής τεκμηριώνεται ότι η ανάπτυξη του κυκλαδικού και του μινωικού πολιτισμού δεν αποτελούν τομές ή ξαφνικές αναλαμπές, αλλά συνέχεια και αποκορύφωση μιας πολιτιστικής εξέλιξης που ξεκινά ήδη από την εποχή του Λίθου και που, παρά τις όποιες (βέβαιες) εξωτερικές επιδράσεις, είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένη με τον γεωγραφικό ελληνικό χώρο, αφού είναι αδύνατο να βρεθεί απαράλλακτη, και με την ίδια στρωματική διαδοχή, σε γειτονικές με αυτόν περιοχές.
Προϊστορική περίοδος
Με βάση όσα αναφέρθηκαν προηγούμενα, η παρουσίαση της ελληνικής ιστορίας συνηθίζεται να ξεκινά με μια συνοπτική αναφορά στην εξέλιξη του πολιτισμού από την εποχή του λίθου, όπως προκύπτει μέσα από τα ευρήματα του ελληνικού γεωγραφικού χώρου, χωρίς να υπονοείται ότι είναι τμήμα της καθαυτό ελληνικής ιστορίας, θέση που αν και εκφράζεται από κάποιους σύγχρονους Έλληνες κυρίως ειδικούς, έχει επικριθεί σαν μεροληπτική από άλλους, Έλληνες και ξένους.
Εποχή του λίθου
Οι αρχαιότερες αρχαιολογικές μαρτυρίες ανάγουν την πρώτη κατοίκηση στον ελληνικό γεωγραφικό χώρο στην παλαιολιθική περίοδο, που συμβατικά ξεκινά περίπου το 40000 π.Χ. και συνεχίζεται μέχρι το 10000 π.Χ., οπότε ξεκινά η επιπαλαιολιθική ή μεσολιθική περίοδος για τον ελληνικό χώρο. Τα ευρήματα για όλη αυτή την περίοδο είναι λίγα, με αποτέλεσμα να μην είναι σχεδόν τίποτα γνωστό για τον παλαιολιθικό πληθυσμό, τεκμηριώνουν πάντως τη συνεχή κατοίκηση του ελληνικού χώρου. Από την 11η χιλιετηρίδα π.Χ. μαρτυρείται η στροφή του πληθυσμού προς το Αιγαίο για ψάρεμα και εκμετάλλευση του οψιανού της Μήλου, επιβεβαιώνοντας τους στενούς δεσμούς του με τη θάλασσα ήδη από αυτήν την τόσο πρώιμη εποχή.
Κατά τη νεολιθική περίοδο αναπτύσσεται στην Ελλάδα σημαντικός πολιτισμός, που παρά τις όποιες τοπικές διαφορές είναι ενιαίος για ολόκληρο τον ελληνικό χώρο και παρά τις όποιες εξωτερικές επιδράσεις έχει τοπικά χαρακτηριστικά, που τον διαχωρίζουν από σύγχρονους γειτονικούς του πολιτισμούς. Την πρωτοβουλία στην εξέλιξη του πολιτισμού έχει αυτή την περίοδο η Βόρεια Ελλάδα και η Θεσσαλία, που φαίνεται γενικά να οδηγεί τις εξελίξεις. Πολύ σημαντικό είναι ότι καθιερώνεται σε αυτήν την περίοδο ένας τρόπος ζωής βασισμένος στην καλλιέργεια της γης και την κτηνοτροφία, που πρόκειται να διαρκέσει με ελάχιστη μεταβολή σε όλη τη διάρκεια της κατοπινής εποχής του χαλκού και ακόμα αργότερα, και σύμφωνα με πολλούς μελετητές μπαίνουν σταδιακά οι βάσεις πάνω στις οποίες θα αναπτυχθούν οι κατοπινοί μεγάλοι πολιτισμοί του ελληνικού χώρου. Προς το τέλος της περιόδου εμφανίζεται ο χαλκός και η μεταλλουργία σε πρωτογενές επίπεδο, με αποτέλεσμα ο ακριβής διαχωρισμός της από την επόμενη εποχή του χαλκού να είναι εξαιρετικά δυσδιάκριτος και συζητήσιμος.
Η διάδοση στον ελληνικό χώρο της λεγόμενης νεολιθικής επανάστασης, που ξεκίνησε από τη Μεσοποταμία, με κύρια χαρακτηριστικά την καλλιέργεια της γης και τη μόνιμη εγκατάσταση σε οικισμούς, εικάζεται ότι προήλθε από μετακινήσεις νεολιθικών πληθυσμών από τη Μικρά Ασία, που θα πρέπει να άρχισαν πολύ νωρίς, ήδη από το ξεκίνημα της νεολιθικής εποχής, και να συνεχίστηκαν σε όλη τη διάρκειά της (6500 π.Χ. – 2600 π.Χ.). Επίσης, εικάζεται ότι παράλληλα με τις από ανατολικά μετακινήσεις είναι πιθανό να κινήθηκαν προς τον ελληνικό χώρο, ιδιαίτερα προς το τέλος της νεολιθικής εποχής, κάτοικοι και από βόρειες κατευθύνσεις.
Η τεκμηριωμένη συνεχής εποχιακή κατοίκηση ορισμένων αρχαιολογικών θέσεων (σπήλαιο Φράγχθι) από την παλαιολιθική μέχρι και τη νεολιθική εποχή, επιτρέπουν την εικασία ότι τουλάχιστον ένα μέρος από τον παλαιολιθικό πληθυσμό του ελληνικού χώρου επιβίωσε μέχρι και τη νεολιθική περίοδο. Ανεξάρτητα από τις όποιες μαζικές ή όχι μετακινήσεις πληθυσμών, που έχουν αμφισβητηθεί σαν εντελώς απίθανες για τόσο πρώιμη εποχή, φαίνεται ότι υπάρχει στον ελληνικό χώρο μια σταθερή μάζα πληθυσμού, ένα πληθυσμιακό υπόστρωμα, και κατά τον Δ.Ρ. Θεοχάρη:
- Από ό,τι δείχνουν τα πράγματα, ο βασικός αυτός πληθυσμός δε φαίνεται να άλλαξε στην Ελλάδα ουσιαστικά από την Τελική Παλαιολιθική και πέρα· από τότε δηλαδή που είναι οπωσδήποτε δυνατή σήμερα η αρχαιολογική τεκμηρίωση κάποιας συνέχειας στην πολιτισμική πορεία. (1976)
Εποχή του χαλκού
Με την επικράτηση του χαλκού σαν βασικό υλικό κατασκευής εργαλείων και όπλων αρχίζει η λεγόμενη εποχή του χαλκού (περίπου 2600 π.Χ. – 1100 π.Χ.). Κάποιοι παλαιότεροι οικισμοί εγκαταλείπονται τώρα και πολλοί νέοι ιδρύονται, ήδη από το ξεκίνημα της περιόδου σε όλο τον ελληνικό γεωγραφικό χώρο. Από τις 929 θέσεις (στοιχεία 1990) της πρώιμης εποχής του χαλκού που έχουν εντοπιστεί, 9 βρίσκονται στην Ήπειρο, 85 στη Μακεδονία, 18 στη Θράκη, 57 στη Θεσσαλία, 206 στη Στερεά Ελλάδα και Εύβοια, 172 στην Πελοπόννησο, 17 στα νησιά του Ιονίου, 229 στα νησιά του Αιγαίου και 136 στην Κρήτη.
Η πληθυσμιακή αυτή έξαρση θεωρείται ότι δεν είναι δυνατό να εξηγηθεί μόνο με τη βελτίωση των συνθηκών ζωής, λόγω της παγίωσης της γεωργοκτηνοτροφικής οικονομίας στη νεολιθική περίοδο και εικάζεται ότι οφείλεται και σε μεταναστεύσεις πληθυσμών. Η κατανομή του μεγάλου μέρους των θέσεων που κατοικούνται την πρώιμη εποχή του χαλκού (περίπου 2600 π.Χ. – 2000 π.Χ.), στον νότιο και ανατολικό ελληνικό χώρο υπονοεί ίσως μεταναστεύσεις πληθυσμών από ανατολικά προς την Ελλάδα. Αυτές οι μετακινήσεις δεν είναι κατακτητικές εκστρατείες αφού δεν συνοδεύονται από καταστροφές παλιότερων οικισμών ή τουλάχιστον δεν έχουν μέχρι τώρα βρεθεί αρχαιολογικές μαρτυρίες που να στηρίζουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Φαίνεται ότι παλιός και νέος πληθυσμός συνεργάζονται και τελικά συγχωνεύονται.
Από την αρχή της περιόδου η βόρεια Ελλάδα και ειδικότερα η Θεσσαλία φαίνεται να χάνουν το προβάδισμα στην εξέλιξη του πολιτισμού. Από αυτή την περίοδο και μετά η νότια Ελλάδα, τα νησιά του Αιγαίου και η Κρήτη έχουν το προβάδισμα και αυτό θα συνεχιστεί σε όλο σχεδόν το επόμενο διάστημα της αρχαίας ελληνικής ιστορίας, μέχρι τα ένδοξα χρόνια της ανόδου των μακεδόνων βασιλιάδων. Η παρατηρούμενη αυτή μετατόπιση του κέντρου βάρους των εξελίξεων εικάζεται ότι οφείλεται σε έναν απλό λόγο: Η εξοικείωση του νότιου πληθυσμού με τη θάλασσα και τη ναυτιλία, ήδη από την 11η χιλιετηρίδα όπως αναφέρθηκε παραπάνω, τον βοηθά να πάρει στα χέρια του την εμπορία του χαλκού, που είναι μεν απαραίτητος για την ανάπτυξη στη νέα αυτή περίοδο αλλά δεν υπάρχει στην Ελλάδα και πρέπει να εισαχθεί από αλλού. Αυτή ακριβώς η αναζήτηση πρώτων υλών και το εμπόριο βοήθησε, κυρίως τους νησιώτες να ξεφύγουν από τα στενά όρια του Αιγαίου και να έλθουν σε επαφή με άλλους λαούς και πολιτισμούς και έδωσε το έναυσμα για την ανάπτυξη του πρώτου μεγάλου πολιτισμού του ελληνικού χώρου του αιγαιακού.
Η μελέτη των ανθρωπολογικών δεδομένων της νεολιθικής περιόδου, δείχνουν ότι στο ξεκίνημα της πρώιμης εποχής του χαλκού (2600 π.Χ.), ο πληθυσμός της ηπειρωτικής Ελλάδας, των Κυκλάδων και της Κρήτης αποτελείται από άτομα με ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά της μεσογειακής φυλής, που προερχόταν κατά πάσα πιθανότητα από ανατολικότερες περιοχές, αλλά είχαν αναμιχθεί σε αυτόν και βόρειας προέλευσης ανθρωπολογικά στοιχεία.
Αιγαιακοί πολιτισμοί
Την πρώιμη εποχή του χαλκού αναπτύσσεται στον νότιο ελληνικό χώρο και τα νησιά του Αιγαίου ο λεγόμενος αιγαιακός πολιτισμός. Δεν είναι γνωστό το όνομα (ή τα ονόματα), η γλώσσα ή άλλα εθνολογικά χαρακτηριστικά των φορέων αυτού του πολιτισμού και μόνο εικασίες μπορούν να διατυπωθούν, πάντως είναι αναμφισβήτητη η συμβολή τους στη διαμόρφωση του ιστορικού πληθυσμού και πολιτισμού της Ελλάδας.
Ο πολιτισμός αυτός, που είναι κατά βάση ναυτικός, έχει χαλαρό ενιαίο χαρακτήρα αλλά και ισχυρά τοπικά χαρακτηριστικά και διακρίνεται κατά περιοχή, σε επιμέρους πολιτισμούς.
Βόρειο Αιγαίο
Η κατοίκηση στα νησιά του βορείου Αιγαίου πελάγους, επιβεβαιώνεται ήδη από τη νεολιθική εποχή. Λίγο μετά το 3000 π.Χ. και κατά την πρώιμη εποχή του χαλκού, φαίνεται μεγάλη πολιτιστική ανάπτυξη στα νησιά αυτά με γνωστούς οικισμούς στην Πολιόχνη (Λήμνος), Θερμή (Λέσβος), Εμποριό (Χίος) και ίσως ανήκουν στο ίδιο πολιτιστικό σύνολο με τη γειτονική Τροία (ΒΑ παράλια Μικράς Ασίας).
Ειδικά η Πολιόχνη από το 2500 π.Χ. παίζει ένα πολύ σημαντικό ρόλο στην περιοχή και λόγω της γεωγραφικής θέσης της αναδεικνύεται σε μεγάλο μεταλλουργικό κέντρο, συνδετικό κρίκο ανάμεσα στα μεταλλεία της Μαύρης θάλασσας και το Αιγαίο. Γνωρίζει ουσιαστικά αστική ανάπτυξη, με δύο πλατείες, λιθόστρωτους δρόμους, μεγάλο οχυρωματικό τείχος, πιθανότατα βουλευτήριο, που προϋποθέτει κάποιας μορφής διοικητική οργάνωση, αποτελώντας ίσως την πρώτη πόλη στην Ευρώπη.
Οι οικισμοί του βορειανατολικού Αιγαίου και ο πολιτισμός τους καταστρέφονται σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των ανασκαφέων τους γύρω στα 2300-2200 π.Χ., από άγνωστη αιτία.
Κυκλαδικός πολιτισμός
Η αρχαιότερη κατοίκηση των Κυκλάδων ανάγεται σύμφωνα με τα αρχαιολογικά ευρήματα στη νεότερη περίοδο της νεολιθικής εποχής (περίπου 4000 π.Χ.). Από την εποχή αυτή και μετά υπάρχει συνεχής κατοίκηση και πολιτιστική πρόοδος.

Η ενασχόληση με τη ναυτιλία και το εμπόριο του ορυκτού πλούτου των νησιών (οψιανός στη Μήλο, σμύριδα στη Νάξο, χαλκός, μόλυβδος και άργυρος στη Σίφνο, ελαφρόπετρα στη Σαντορίνη και μάρμαρο σε όλα τα νησιά) βοήθησαν να αναπτυχθεί ιδιαίτερος πολιτισμός με τοπικά χαρακτηριστικά, που έφτασε στην ακμή του κατά την πρώιμη εποχή του χαλκού (περίπου 2600 – 2300 π.Χ.). Οι πιθανολογούμενες μεταναστεύσεις πληθυσμών αυτήν την περίοδο δεν επηρέασαν την πολιτιστική συνέχεια, αφού δεν είναι καν άμεσα ανιχνεύσιμες αρχαιολογικά. Με τη σταδιακή εισαγωγή της μεταλλουργίας, βελτιώθηκαν τα εργαλεία και συνακόλουθα τα μέσα ναυσιπλοΐας και οι επαφές σε όλα τα μήκη και πλάτη του Αιγαίου όπως μαρτυρούν και τα αρχαιολογικά ευρήματα.
Το χαρακτηριστικό γνώρισμα του κυκλαδικού πολιτισμού, που δεν είναι ιδιαίτερα γνωστός, μια και λιγοστές θέσεις έχουν ανασκαφεί και μελετηθεί, είναι ασφαλώς τα μαρμάρινα (κυκλαδικά) ειδώλια. Τα περισσότερα από αυτά προέρχονται από τάφους της περιόδου, που έχουν βρεθεί πολλοί στα νησιά και είναι σε μεγάλη πλειοψηφία προϊόντα λαθρανασκαφών, αποδίδοντας αποσπασματικές πληροφορίες για αυτή την περίοδο. Στην αρχή είναι χοντροκομμένα και άκομψα, σταδιακά όμως αποκτούν τις γνώριμες, εντυπωσιακές για τις απλές γραμμές τους φόρμες.
Οι οικισμοί είναι γενικά παραθαλάσσιοι και μόνο προς το τελείωμα της περιόδου παρατηρούνται πολλοί νέοι οικισμοί, προσωρινού χαρακτήρα, οχυρωμένοι σε απότομες πλαγιές, μακριά συνήθως από τη θάλασσα. Δεν υπάρχει ομοφωνία των ειδικών ως προς το τι προκάλεσε αυτή τη διαφοροποίηση, διαφαίνεται πάντως η διενέργεια πολεμικών επιχειρήσεων, κάμψη της καλλιτεχνικής δημιουργίας και τελική συρρίκνωση του πολιτισμού αυτού.
Μινωικός πολιτισμός
Τον πολιτισμό που αναπτύχθηκε στην προϊστορική Κρήτη ονομάζουμε μινωικό από τον μυθικό βασιλιά Μίνωα. Η αρχαιότερη τεκμηριωμένη κατοίκηση του νησιού ανάγεται στην αρχαιότερη νεολιθική περίοδο (περίπου 6000 π.Χ.) και περιορίζεται στην περιοχή της Κνωσσού με βάση τα ευρήματα των ανασκαφών.
Με το ξεκίνημα της πρώιμης εποχής του χαλκού (περίπου 3100/3000 π.Χ.) εγκαταλείπεται η κατοίκηση σε σπηλιές και στους δύο γνωστούς μεγάλους υπαίθριους οικισμούς της νεολιθικής την Κνωσσό και τη Φαιστό, προστίθενται μια σειρά από νέους υπαίθριους οικισμούς. Η χρήση του χαλκού δεν φαίνεται να είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη αντίθετα με την προχωρημένη εγχώρια κεραμική, από την οποία επιβεβαιώνονται επαφές με τον κυκλαδικό πολιτισμό και ίσως και με περιοχές της δυτικής Μικράς Ασίας και της Ανατολής γενικότερα. Δεν πιστοποιούνται πάντως ισχυροί εξωτερικοί δεσμοί την πρώιμη εποχή του χαλκού.
Σταδιακά και από το 2600 π.Χ. και μετά γίνεται μεγαλύτερη χρήση του χαλκού, εμφανίζεται η παραγωγή χαρακτηριστικών λίθινων αγγείων, που θα συνεχιστεί για μεγάλο διάστημα, και αναπτύσσεται μια ιδιαίτερη αρχιτεκτονική πιο προχωρημένη από τις σύγχρονες θέσεις στην υπόλοιπη Ελλάδα. Κάποιοι επιβεβαιωμένοι εμπρησμοί οικισμών, που αποκλείεται να οφείλονται σε εξωτερικές επεμβάσεις, εικάζεται ότι υπονοούν αγώνα για συγκέντρωση πολιτικής ισχύος, αλλά δεν υπάρχουν ακόμα ισχυρές αποδείξεις για ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Εκτεταμένες επαφές και ανταλλαγές προϊόντων μαρτυρούνται αυτή την περίοδο με τις Κυκλάδες και την ηπειρωτική Ελλάδα. Ο κυκλαδικός πολιτισμός ειδικότερα φαίνεται να ασκεί πολύ μεγάλη επιρροή στον μινωικό αυτήν την περίοδο. Κάποιες επαφές φαίνεται να υπάρχουν με την Ανατολή και ίσως και την Αίγυπτο.Οι καινοτομίες στην οικονομική και κοινωνική οργάνωση της ύστερης προανακτορικής περιόδου διακρίνονται καλύτερα στο αρχιτεκτονικό περιβάλλον των πρώτων ανακτόρων. Τα ανάκτορα συσσώρευαν το γεωργικό πλεόνασμα των γαιών τους σε κατασκευές μεγάλων αποθηκών τροφίμων, ώστε να καταστεί δυνατό να χρησιμοποιούνται σε εποχές πίεσης και πιθανώς σε τελεουργικούς εορτασμούς. Για την καταγραφή των αποθεμάτων και άλλων στοιχείων χρησιμοποιούνταν δύο είδη γραφών —η αποκαλούμενη κρητική ιερογλυφική (κυρίως στην Κνωσό και τα Μάλια) και οι γραμμικές γραφές. Πινακίδες Γραμμικής Α και Γραμμικής Β βρέθηκαν στη Φαιστό κυρίως. Στη Φαιστό επίσης χρησιμοποιήθηκαν πήλινες σφραγίδες για τον άμεσο έλεγχο των αποθηκευτικών χώρων και των ίδιων των δοχείων. Η βιοτεχνική παραγωγή αναπτύχθηκε στα ανάκτορα και είναι πολύ πιθανό το γεγονός ότι τα ανάκτορα μονοπώλησαν πρώτες ύλες όπως ο χαλκός από την Αττική και άλλες πηγές, ο κασσίτερος και το ελεφαντοστούν μέσω της Συρίας.
Ευρήματα πολύχρωμης κεραμεικής στις Καμάρες χαρακτηριστικά της πρωτοανακτορικής περιόδου είναι διαδεδομένα σε διάφορους τόπους της ανατολικής Μεσογείου και στην Αίγυπτο, υποδεικνύοντας δρόμους εμπορίου και σχέσεις ανταλλαγής με τις σημαντικότερες μεσογειακές δυνάμεις. Οι επαφές με την ελληνική ηπειρωτική χώρα και νησιά του Αιγαίου (ειδικά τις Κυκλάδες) είναι πυκνές κατά τη διάρκεια της πρωτοανακτορικής περιόδου και εντείνονται ακόμη περισσότερο στη νεοανακτορική περίοδο. Οι εικονογραφικές μαρτυρίες και τα τέχνεργα προτείνουν ότι τα ανάκτορα χρησιμοποιούντο επίσης ως τελετουργικά κέντρα ενώ στις λατρευτικές θέσεις περιλαμβάνονται σπήλαια (π.χ. Ιδαίον Άντρον και Δικταίον Άντρον), πηγές (π.χ. Κάτω Σύμη), και ιερά σε κορυφές —ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του μινωικού πολιτισμού— ήταν ευρέως διαδεδομένα στην ύπαιθρο.
Τα ανάκτορα έγιναν εστιακά σημεία εγκατάστασης και η αύξηση των εγκαταστάσεων στην Κνωσό μέχρι τη νεοανακτορική περίοδο εκτιμάται σε 75 εκτάρια (185 στρέμματα), γεγονός που υποδεικνύει πληθυσμό ίσως και 12.000 ατόμων. (Συγκριτικά, οι Μυκήνες της (ΥΕ) Υστεροελλαδικής περιόδου ήταν 30 εκτάρια (74 στρέμματα), συμπεριλαμβανομένης της περιτοιχισμένης ακρόπολης). Τα εδάφη που ελέγχονταν από την Κνωσό, τη Φαιστό και τα Μάλια πιθανώς κάλυπταν έκταση πάνω από 1.000 τετρ. χλμ.
Η μετάβαση από τα παλαιά ή πρώτα ανάκτορα (της πρωτοανακτορικής) στα νέα ή δεύτερα ανάκτορα (της νεοανακτορικής περιόδου) καθορίζεται από την αναδημιουργία των οικοδομημάτων, μετά από τις καταστροφές —πιθανώς εξαιτίας σεισμού— και στις τρεις σημαντικές θέσεις της Μεσομινωικής (MM II και IIIA). Τα νέα ανάκτορα γίνονται περισσότερο κατανοητά σε ό,τι αφορά στον τρόπο λειτουργίας τους, καθώς παρουσιάζουν μείζονες αρχιτεκτονικές ομοιότητες. Διατηρούν πολλούς από τους ρόλους των προκατόχων τους, όπως είναι η αποθήκευση, η τελετουργία, η παραγωγή και η συγκέντρωση πρώτων υλών μέσω των επαφών με την ελληνική ηπειρωτική χώρα και τα αιγαιακά νησιά, την ανατολική Μεσόγειο και την Αίγυπτο. Με εντυπωσιακό τρόπο αναδεικνύονται αυτές οι επαφές στις μινωικού ύφους τοιχογραφίες του Τελ Κάμπρι (Tel Kabri) στο Ισραήλ και του Τελ ελ Νταμπ’α (Tell el-Dab'a) (αρχαία Άβαρις) στο Δέλτα του Νείλου.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου